ΠΔ/29-8-80                      (ΦΕΚ-694/Δ/8-12-80)
                       
   “Περί χαρακτηρισμού ως παραδοσιακών των οικισμών του Δήμου Καλυμνίων (Κάλυμνος) και καθορισμού ειδικών όρων και περιορισμών δομήσεως εις αυτούς και εις τας εκτός αυτών περιοχάς”.

‘Εχοντες υπ’όψει:
1. Τας διατάξεις του ΝΔ/17-7-23 “περί σχεδίων πόλεων κλπ.”, ως μεταγενεστέρως ετροποποιήθησαν και συνεπληρώθησαν και ειδικώτερον των Αρθ-9, Αρθ-10 (παρ.2) και Αρθ-11 αυτού.
2. Τας διατάξεις του ΝΔ-8/73 “περί ΓΟΚ”, ως ετροποποιήθη δια του ΝΔ-205/74 (ΦΕΚ-363/Α) και ειδικώτερον των Αρθ-68, Αρθ-69,Αρθ-70, Αρθ-71, Αρθ-72, Αρθ-79 (παρ.6) ως αύτη αντικατεστάθη δια της παρ.1 του Αρθ-4 του Ν-622/77 “περί εισπράξεως υπό του Δημοσίου Ταμείου των δια την έκδοσιν οικοδομικών αδειών καταβαλλομένων φόρων κλπ.” (ΦΕΚ-171/Α), Αρθ-87 και Αρθ-125 (παρ.2) αυτού.
3. Τας διατάξεις του Ν-1032/80 “περί συστάσεως Υπουργείου
ΧΟΠ” (ΦΕΚ-57/Α) και ειδικώτερον των Αρθ-2, Αρθ-3 και Αρθ-7 αυτού.
4. Την από 22-3-80 εισήγησιν – αιτιολογικήν έκθεσιν της Διευθύνσεως Παραδοσιακών Οικισμών και Περιβάλλοντος (Γ7).
5. Την υπ’αρ.Γνωμ-667/80 του ΣτΕ προτάσει του Υπουργού ΧΟΠ.
Αποφασίζομεν:
ΑΡΘΡΟΝ 1. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΙ
ΑΡΘΡΟΝ 2. ΟΡΟΙ ΔΟΜΗΣΕΩΣ
ΑΡΘΡΟΝ 3. ΣΥΝΘΕΣΙΣ ΟΓΚΩΝ – ΔΙΑΤΑΞΙΣ ΚΤΙΡΙΩΝ – ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
ΑΡΘΡΟΝ 4. ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΩΝ ΧΩΡΩΝ
ΑΡΘΡΟΝ 5. ΕΠΙΤΡΕΠΟΜΕΝΑΙ ΧΡΗΣΕΙΣ
ΑΡΘΡΟΝ 6. ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΕΙΣ
ΑΡΘΡΟΝ 7. ΕΙΔΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟΝ 8. ΓΕΝΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΡΘΡΟΝ 9. ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΔΟΜΗΣΕΩΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΟΡΙΩΝ ΤΩΝ ΕΝ ΑΡΘ-1 ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΟΙΚΙΣΜΩΝ

ΑΡΘΡΟΝ-1. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΙ

  1. Χαρακτηρίζονται δια του παρόντος ως παραδοσιακοί οικισμοί, πέραν των δια του ΠΔ/19-10-78 “περί χαρακτηρισμού ως παραδοσιακών οικισμών τινων του Κράτους και καθορισμού των όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων αυτών” (ΦΕΚ-594/Δ/13-11-78) ήδη χαρακτηρισθέντων ήτοι Καλύμνου, Βαθύς, Τελένδου και Ψερίμου και οι κάτωθι οικισμοί του Δήμου Καλυμνίων: Αργινώντα, ‘Αργος, Βοθύνοι, Εμπορειός, Καμάριο, Μασσούριο, Μυρτιαί, Πάνορμος, Σκάλια και Χωρίον (Χώρα).
  2. Οι οικισμοί οι χαρακτηριζόμενοι ως παραδοσιακοί δια της παρ.1 του παρόντος άρθρου ως και οι χαρακτηρισθέντες δια του ΠΔ/19-10-78 (ΦΕΚ-594/Δ/13-11-78) διαχωρίζονται από απόψεως όρων δομήσεως εις πέντε (5) τομείς υπό στοιχεία Α, Β, Γ, Δ και Ε.
    α) Εις τους τομείς Α, Β, Γ, και Δ υπάγονται τμήματα των οικισμών Καλύμνου (Ποθαίας) και Χωρίου (Χώρας) ως ταύτα εμφαίνονται εις το υπό Γεν. Διευθυντού Οικισμού Θεωρημένον δια της υπ’αρ.Γ.20646/80 πράξεως αυτού, σχετικόν πρωτότυπον διάγραμμα υπό κλίμακα 1:5000 περικλειόμενα δια συνεχούς μελαίνης γραμμής.
    β) Εις τον τομέα Ε υπάγονται: 1) το υπόλοιπον τμήμα εκάστου των άνω οικισμών Καλύμνου (Ποθαίας) και Χωρίου (Χώρας) ως εμφαίνεται εις το ανωτέρω διάγραμμα του εδαφ.α της παρούσης παραγράφου και 2) οι οικισμοί Αργινώντα, ‘Αργος, Βαθύς, Βοθύνιοι, Εμπορειός, Καμάριο, Μασσούριο, Μυρτιαί, Πάνορμος, Σκάλια, Τέλενδος και Ψέριμος.

ΑΡΘΡΟΝ-2. ΟΡΟΙ ΔΟΜΗΣΕΩΣ

  1. Τα ελάχιστα όρια εμβαδού και διαστάσεων ως και οι λοιποί όροι και περιορισμοί δομήσεως των οικοπέδων των κειμένων εντός των τομέων Α, Β, Γ, Δ και Ε καθορίζονται ως κάτωθι:
    1. Δια τους τομείς Α, Β και Δ.
      Ελάχιστον πρόσωπον: δώδεκα μέτρα (12 μ.).
      Ελάχιστον βάθος: δέκα οκτώ (18 μ.).
      Ελάχιστον εμβαδόν: τριακόσια τετραγωνικά μέτρα (300 τ. μέτρα).
      Δια τους τομείς Α, Β και Δ.
      Ελάχιστον πρόσωπον: δώδεκα μέτρα (12 μ.).
      Ελάχιστον βάθος: δέκα οκτώ (18 μ.).
      Ελάχιστον εμβαδόν: τριακόσια τετραγωνικά μέτρα (300 τ. μέτρα).
    2. Δια τον τομέα Γ.
      Ελάχιστον πρόσωπον: δέκα οκτώ μέτρα (18 μ.).
      Ελάχιστον βάθος: είκοσι πέντε μέτρα (25 μ.).
      Ελάχιστον εμβαδόν: εξακόσια τετραγωνικά μέτρα (600 τετρ. μέτρα).
    3. Δια τον τομέα Ε.
      Ελάχιστον πρόσωπον: είκοσι πέντε μέτρα (25 μ.).
      Ελάχιστον βάθος: τεσσαράκοντα μέτρα (40 μ.).
      Ελάχιστον εμβαδόν: δύο χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα (2000 τ. μέτρα).
    4. Κατά παρέκκλισιν των προηγουμένων παρ.1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα εφ’ όσον έχουν κατά την ημέραν δημοσιεύσεως του παρόντος, εμβαδόν και διαστάσεις τας καθοριζομένας υπό του ΠΔ/25-7-79 (ΦΕΚ-401/Δ) “περί τροποποιήσεως των όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων, των κειμένων εντός των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών των στερουμένων εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου.
    5. Οικόπεδον εμπίπτον εις τους περισσοτέρους του ενός τομείς είναι άρτιον και οικοδομήσιμον με τους όρους του τομέως εις ον εμπίπτει το μεγαλύτερον τμήμα αυτού.
    6. Σύστημα δομήσεως ορίζεται των πτερύγων. Η Επιτροπή Ενασκήσεως Αρχιτεκτονικού Ελέγχου δύναται κατά την κρίσιν της να μεταβάλη την θέσιν του κτιρίου εντός του οικοπέδου είτε δια λόγους διατηρήσεως υφισταμένης παλαιάς οικοδομής, είτε επί σκοπώ εξασφαλίσεως ή διατηρήσεως της παραδοσιακής κλίμακος του οικισμού και εις τας υπό ανέγερσιν οικοδομάς. Προς τούτο η ΕΕΑΕ. δύναται να χορηγή προέγκρισιν και επί υποβαλλομένων προσχεδίων.
    7. Μέγιστον ποσοστόν καλύψεως των οικοπέδων ορίζεται:
      Δια τον τομέα Α εννενήκοντα επί τοις εκατό (90%) της
      επιφανείας αυτών.
      Δια τον τομέα Β εβδομήκοντα επί τοις εκατό (70%) της επιφανείας αυτών.
      Δια τους τομείς Γ και Δ εξήκοντα επί τοις εκατό (60%) της
      επιφανείας αυτών.
      Δια τον τομέα Ε τριάκοντα επί τοις εκατό (30%) της επιφανείας αυτών.
    8. Συντελεστής δομήσεως των οικοπέδων (σ.δ.) ορίζεται:
      Δια τον τομέα Α ένα και τεσσαράκοντα εκατοστά (1,40).
      Δια τον τομέα Β ένα και είκοσι εκατοστά (1,20).
      Δια τους τομείς Γ και Δ ογδοήκοντα εκατοστά (0,80).
      Δια τον τομέα Ε τεσσαράκοντα εκατοστά (0,40).
      Κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται η ανέγερσις οικοδομών συνολικής επιφανείας όλων των ορόφων όχι μείζονος των εκατόν τετραγωνικών μέτρων (100 τ.μ.) και υπό την προϋπόθεσιν ότι δεν θα προκύπτει ποσοστόν καλύψεως των οικοπέδων μείζον του εννενήκοντα επί τοις εκατόν (90%).
    9. Εις τον συντελεστή δομήσεως των οικοπέδων προσμετρώνται οι χώροι των οποίων η οροφή υπέρκειται της στάθμης του περιβάλλοντος αυτού φυσικού ή προϋφισταμένου τεχνητώς διαμορφωμένου εδάφους πέραν του ενός μέτρου και είκοσι εκατοστών (1,20 μ.).
    10. Ανεξαρτήτως εμβαδού οικοπέδου δεν επιτρέπεται η εντός αυτού ανέγερσις κτιρίου συνολικού υπέργειου όγκου μείζονος των χιλίων πεντακοσίων κυβικών μέτρων (1300 κ.μ.) δια τους τομείς Α, Β και Δ και δύο χιλιάδων κυβικών μέτρων (2000 κ.μ.) δια τους τομείς Γ και Ε.
      Δι’ όγκον κτιρίου μείζονα των ως άνω, επιβάλλεται η διάσπασις αυτού εις ανεξάρτητα κτίρια. Κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται η υπέρβασις των κατά τα ως άνω οριζομένων όγκων προκειμένου περί κοινωφελών κτιρίων, ενώ δια τους τομείς Γ και Ε η εξαίρεσις δύναται να ισχύη και δια τουριστικά τοιαύτα.
      Δια τας περιπτώσεις αυτάς απαιτείται κατ’ αρχήν έγκρισις της ΕΕΑΕ τόσον του αιτουμένου όγκου όσον και της προμελέτης του ανεγερθησομένου κτιρίου.
      Η υποβληθησομένη προμελέτη θα περιλαμβάνη α)τοπογραφικόν της περιοχής εις ο θ’ απεικονίζεται τόσον το προς ανέγερσιν κτίριο, όσον και τα τυχόν υφιστάμενα όμορα, β) φωτογραφίαι του αμέσου προς το αναγερθησόμενον κτίριον περιβάλλοντος και γ) κατόψεις, τομαί και όψεις του ανεγερθησομένου κτιρίου υπό κλίμακα 1:100 τουλάχιστον.
    11. Ο μέγιστος αριθμός ορόφων ορίζεται εις δύο (2) ανεξαρτήτως πλάτους οδού. Επιτρέπεται η κατασκευή τρίτου ορόφου, εφ’ όσον ο όροφος ούτος προκύπτει μόνον λόγω κλίσεως του εδάφους και άνευ υπερβάσεως του συντελεστού δομήσεως του οικοπέδου.
      1. Το μέγιστον επιτρεπόμενον ύψος των διωρόφων κτιρίων, ορίζεται ως ακολούθως: Εις ουδεμίαν θέσιν των όψεων αυτών επιτρέπεται να υφίσταται ύψος υπερβαίνον τα επτά μέτρα (7 μ.) μετρούμενον από του φυσικού εδάφους ή του προϋφισταμένου τεχνητώς διαμορφωμένου τοιούτου, εις την εξεταζόμενην θέσιν του κτιρίου μέχρις του υψηλοτέρου σημείου αυτού μη συμπεριλαμβανομένης της στέγης ή του στηθαίου.
        Το κατά τα ως άνω οριζόμενον ύψος δύναται να εξικνήται μέχρι των δέκα μέτρων (10 μ.) εις τας θέσεις εκείνας του κτιρίου όπου λόγω κλίσεως του εδάφους δημιουργείται τρίτος όροφος κατά τα εν παρ.11 του παρόντος άρθρου οριζόμενα.
        Η ΕΕΑΕ δύναται κατά την κρίσιν της ν’ αυξομειώση τα ως ανωτέρω οριζόμενα ύψη μέχρις ενός μέτρου (1 μ.) εφ’ όσον τούτο κρίνεται απαραίτητον: α) δια την προσαρμογήν του κτιρίου εις τα παραδοσιακά πρότυπα του αμέσου περιβάλλοντος, άνευ όμως υπερβάσεως του επιτρεπόμενου αριθμού ορόφων και συντελεστού δομήσεως, β) δια να επιτευχθή το ελάχιστον απαιτούμενον ελεύθερον ύψος επιτρεπομένης νομίμως προσθήκης ορόφου επί υφισταμένου παλαιού ισογείου κτίσματος.
        Το ύψος των ισογείων τμημάτων κτιρίου δεν επιτρέπεται να υπερβαίνη τα τέσσερα και πεντήκοντα εκατοστά του μέτρου (4,50 μ.) μετρούμενον κατά τ’ ανωτέρω. Ελάχιστον ελεύθερο ύψος ορόφων ορίζεται δύο μέτρα και τεσσαράκοντα εκατοστά του μέτρου (2,40 μ.).
      2. Υπεράνω του μεγίστου επιτρεπόμενου ύψους των κτιρίων απαγορεύεται οιαδήποτε κατασκευή, πλην στέγης, καπνοδόχων, αεραγωγών, στηθαίων μέχρις ύψους ενός μέτρου (1 μ.) από της στάθμης του δώματος και εφ’ όσον κρίνεται απαραίτητον κτιστής δεξαμενής αποθηκεύσεως ύδατος των απολύτως αναγκαίων ελαχίστων διαστάσεων και ύψους πάντως όχι μείζονος του ύψους του στηθαίου.
        Αι κατασκευαί αυταί επιβάλλεται να έχουν μορφήν, διαστάσεις, κλίσεις κλπ. απολύτως συμφώνους προς τα παραδοσιακά πρότυπα. Επίσης επιτρέπεται η εγκατάστασις ηλιακών συλλεκτών.
        ‘Οταν το κτίριο καλύπτεται με στέγην, οι ηλιακοί συλλέκται θα ενσωματώνονται εις αυτήν και εφ’ όσον τούτο δεν είναι τεχνικώς εφικτόν θα επικάθηνται αυτής ακολουθώντες την κλίσιν της, το δε δοχείον αποθηκεύσεως του θερμού ύδατος θα τοποθετείται κάτωθεν αυτής.
        ‘Οταν το κτίριο καλύπτεται δι’ οριζοντίου πλακός δώματος επιβάλλεται να μην υπέρκειται του στηθαίου του δώματος.
        Τοποθέτησις καπνοσυλλεκτών δεν επιτρέπεται.
      3. Εις περίπτωσιν ανεγέρσεως οικοδομής εις αντικατάστασιν παλαιάς τοιαύτης υφισταμένης κατά την δημοσίευσιν του παρόντος, η νέα οικοδομή τοποθετείται υποχρεωτικώς εις την θέσιν της παλαιάς.
        Αλλαγή θέσεως της νέας οικοδομής δύναται να επιτραπή μόνον κατόπιν εγκρίσεως της ΕΕΑΕ. Τ’ ανωτέρω άνευ υπερβάσεως των όρων δόμησης του τομέως εις τον οποίον υπάγεται το οικόπεδον.
        Η ύπαρξις και η θέσις της παλαιάς οικοδομής εντός του οικοπέδου και εν σχέσει προς τας ομόρους ιδιοκτησίας αποδεικνύεται δια τοπογραφικού διαγράμματος και φωτογραφιών θεωρουμένων υπό της Δημοτικής ή Κοινοτικής Αρχής.
      4. Απαγορεύονται αι κατασκευαί: α) κτιρίων επί υποστηλωμάτων (SYR PILOTIS) και β) λυομένων οικίσκων εις ολόκληρον την περιοχήν των νήσων Καλύμνου, Τελένδου και Ψερίμου.
      5. α) Κατά την ανέγερσιν νέων οικοδομών τηρείται η τυχόν διαμορφωμένη οικοδομική γραμμή.
        β) ‘Οταν το πλάτος της οδού είναι μικρότερον των τεσσάρων (4,00 μ.) η οικοδομή τοποθετείται εις απόστασιν τουλάχιστον δύο μέτρων (2.00 μ.) από τον άξονα αυτής.
        γ) Εις τους παραλιακούς οικισμούς ή τμήματα αυτών εις τους οποίους ισχύουν οι όροι και περιορισμοί δομήσεως του τομέως Δ τα κτίρια τοποθετούνται εις απόστασιν τριάκοντα μέτρων (30 μ.) από την γραμμήν αιγιαλού.
        δ) Εις παραλιακούς οικισμούς ή τμήματα αυτών εις τους οποίους ισχύουν οι όροι και οι περιορισμοί δομήσεως του τομέως Ε,τα κτίρια τοποθετούνται εις απόστασιν εξήκοντα μέτρων (60 μ.) από την γραμμήν αιγιαλού.
        ε) Κατά παρέκκλισιν των εδαφ.γ και δ της παρούσης παραγράφου επιτρέπεται η επισκευή, μετασκευή, αποκατάστασις ή αναστήλωσις νομίμως υφισταμένων κτιρίων κατόπιν εγκρίσεως της ΕΕΑΕ.

ΑΡΘΡΟΝ-3. ΣΥΝΘΕΣΙΣ ΟΓΚΩΝ – ΔΙΑΤΑΞΙΣ ΚΤΙΡΙΩΝ – ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

1. Η διαμόρφωσις των όγκων των κτιρίων επιβάλλεται να προσαρμόζεται εις τα παραδοσιακά πρότυπα του περιβάλλοντος, ως προς την κλίμακα, τας αναλογίας και την σύνθεσιν των επί μέρους όγκων.
      Η ΕΕΑΕ δύναται να επιβάλη τροποποιήσεις προκειμένου να επιτευχθή περαιτέρω ανεξαρτοποίησις τμημάτων του όγκου του κτιρίου, μέχρι και της δημιουργίας πλειόνων απολύτως διακεκριμένων κτιρίων, εάν τούτο επιβάλλεται από τας συνθήκας και τα παραδοσιακά πρότυπα του περιβάλλοντος.
      2. Η επικάλυψις των κτιρίων γίνεται με δώμα δυναμένης να επιβληθή και της στέγης εις περιοχάς όπου κυριαρχεί αύτη.
      ‘Οπου επιβάλλεται στέγη, αύτη θα κατασκευάζεται με τας απολύτως ελαχίστας κατά τα παραδοσιακά πρότυπα κλίσεις και πάντως όχι μεγαλυτέρας των είκοσι πέντε επί τοις εκατό (25%). Η επικάλυψις της στέγης θα γίνεται δια κεράμων. Η κατάληξις της στέγης θα γίνεται κατά τα παραδοσιακά πρότυπα.
      Η κατασκευή της στέγης κατά τ’ ανωτέρω είναι υποχρεωτική έστω και εάν άνωθεν του κατασκευαζόμενου κτιρίου προβλέπεται ή επιτρέπεται η κατασκευή επί πλέον ορόφου.
      Απαγορεύεται η έναρξις και εκτέλεσις των οικοδομικών εργασιών αίτινες ακολουθούν τας τοιαύτας του φέροντος οργανισμού και των τοίχων πληρώσεως του κτιρίου προ της πλήρους περατώσεως των εργασιών κατασκευής της στέγης και της επικεραμώσεως αυτής.
      3. Αι όψεις των κτιρίων δέον όπως προσαρμόζονται εις τα παραδοσιακά πρότυπα του περιβάλλοντος. Αι διακοσμητικαί προεξοχαί και στοιχεία θα είναι ως εις τα παραδοσιακά κτίρια του οικισμού.
      Οι χρωματισμοί των εξωτερικών επιφανειών των κτιρίων θα είναι οι επικρατούντες ή συχνά επαναλαμβανόμενοι εις τα παραδοσιακά κτίρια του οικισμού (υδροχρώματα).
      4. Τα ανοίγματα των όψεων επιβάλλεται ν’ ακολουθούν τα παραδοσιακά πρότυπα τόσον ως προς την θέσιν των όσον και προς την μορφήν και τας συνήθεις αυτών αναλογίας και διαστάσεις.
      5. Τα κουφώματα των κτιρίων επιβάλλεται να είναι ξύλινα, ειδικώτερον:
      α) Τα υαλοστάσια να χωρίζονται δι’ υποδιαιρέσεων (καϊτίων) εις τετράγωνα ή ορθογώνια πλαίσια κατά τα παραδοσιακά πρότυπα.
      β) Τα εξώφυλλα δέον να είναι ταμπλαδωτά ή καρφωτά (σανιδωτά).
      γ) Τα ανοίγματα των καταστημάτων να είναι περιορισμένων διαστάσεων, τα δε κουφώματα αυτών να είναι αναλόγου κατασκευής με τα παραδοσιακά πρότυπα.
      δ) Επιτρέπεται η τοποθέτησις σιδηρών κιγκλιδωμάτων ασφαλείας εις παράθυρα και θύρας μορφής απλής.
      ε) Τα εξωτερικά κουφώματα των κτιρίων επιβάλλεται να είναι μονόχρωμα.
      6. Επιτρέπεται η κατασκευή ανοικτών εξωστών εν προβόλω μεγίστου πλάτους ενός μέτρου (1 μ.) και μήκος όχι μεγαλυτέρου του ημίσεος (0,5) του μήκους της όψεως.
      Οι εξώσται δέον να απέχουν τουλάχιστον ένα μέτρο (1 μ.) εκ των άκρων των όψεων. Οι εξώσται των πλαγίων και οπισθίων όψεων των κτιρίων δέον ν’ απέχουν δύο μέτρα (2 μ.) εκ των ορίων του οικοπέδου και τέσσερα μέτρα (4 μ.) εκ των έναντι ιδιοκτησιών των οδών.
      Το κατώτερον σημείο του εν προβόλω εξώστου δέον ν’ απέχη το ολιγότερον τρία μέτρα (3 μ.) από το κράσπεδον του πεζοδρομίου.
      Απαγορεύονται οι γωνιακοί ακάλυπτοι εξώσται. Τα κιγκλιδώματα των εξωστών δέον να είναι ξύλινα, σιδηρά ή κτιστά, κατά τα παραδοσιακά πρότυπα και συμφώνως προς τας υποδείξεις της ΕΕΑΕ. Οι ως άνω ανοικτοί εξώσται δεν προσμετρώνται εις τον συντελεστήν δομήσεως του οικοπέδου.
      7. Επιτρέπεται η διαμόρφωσις υποστέγων χώρων εν ισογείω εφαπτομένων των κτιρίων μέχρις επιφανείας ίσης προς τέσσερα εκατοστά της επιφανείας του οικοπέδου, μεγίστου πλάτους τριών μέτρων (3 μ.) και μήκους όχι μεγαλυτέρου του ενός τρίτου (1)3) του μήκους της όψεως του κτιρίου. Ούτοι δεν προσμετρώνται εις τον συντελεστήν δομήσεως του οικοπέδου.
      8. Αι ανοικταί κλίμακαι δέον όπως προσαρμώζονται κατά την μορφήν, τα υλικά, τον τρόπον κατασκευής και τους χρωματισμούς εις τα παραδοσιακά πρότυπα του περιβάλλοντος και εις τας υποδείξεις της ΕΕΑΕ. και δεν προσμετρώνται εις το ποσοστό καλύψεως και τον συντελεστήν δομήσεως του οικοπέδου.
      9. Η περίφραξις κατά το πρόσωπον των οικοπέδων θα γίνεται κατά τα παραδοσιακά πρότυπα με συμπαγήν βάση και κιγκλίδωμα.
      Η κατασκευή άλλης μορφής περιφράξεως ως προς το ύψος, την μορφήν και τα χρησιμοποιούμενα υλικά υπόκειται εις την κρίσιν της ΕΕΑΕ.
      10. Δεν επιτρέπεται γενικώς η ανάρτησις φωτεινών επιγραφών ή διαφημίσεων. Επιτρέπεται η ανάρτησις απλών επιγραφών κοινών ή εγχρώμων κατόπιν εγκρίσεως της ΕΕΑΕ ήτις θέλει εγκρίνει και την θέσιν, τας διαστάσεις και την μορφήν αυτών.
      Αι επιγραφαί πρέπει να είναι αναγεγραμμέναι εις την Ελληνικήν γλώσσαν. Επιτρέπεται η ύπαρξις ομού μετά της Ελληνικής επιγραφής και ξενογλώσσων τοιούτων (μεταφραζουσών την Ελληνικήν) υπό τον όρο ότι τα ξενόγλωσσα στοιχεία δεν θα υπερβαίνουν εις μέγεθος τα Ελληνικά.
      11.  Δεν επιτρέπεται η ανάρτησις επιγραφών επί στηθαίων δωμάτων, εξωστών και κλιμάκων, καθώς και η τοποθέτησις ικριωμάτων εν γένει επί των δωμάτων των κτιρίων, εντός των ακαλύπτων χώρων των οικοπέδων και των κοινοχρήστων χώρων του οικισμού.
      Ομοίως δεν επιτρέπεται η τοποθέτησις διαφημίσεων εις χώρους με ιδιαίτερα φυσικά χαρακτηριστικά και αρχαιολογικούς τοιούτους.
      12.  Επιτρέπεται η κατασκευή πετασμάτων δια μονοχρώμου υφάσματος μόνον εις περιπτώσεις καταστημάτων, χώρων παραμονής ατόμων και κέντρων αναψυχής κατόπιν εγκρίσεως της ΕΕΑΕ.
      13. Επιβάλλεται η εγκατάστασις ανά έκαστον οικοδομικόν τετράγωνον μιας ομαδικής κεραίας τηλεοράσεως και εις μη προβαλλομένην θέσιν.
      Εφ’ όσον υπάρχουν εις οικοδομικόν τετράγωνον μία ή πλείονες μεμονωμέναι κεραίαι, αύται αντικαθίστανται δια μιας εξυπηρετούσης ολόκληρον το οικοδομικόν τετράγωνον.
      Εις περίπτωσιν καθ’ ην , δι’ οιονδήποτε λόγον, δεν είναι εφικτή η εγκατάστασις, κατά τα ως άνω ομαδικής κεραίας τηλεοράσεως, αι μεμονωμένως, εγκαθιστάμεναι τοιαύται, δέον να τοποθετώνται εγγύς του κτιρίου και της περιφράξεως, ώστε να μην είναι αισθητή η παρουσία των, υπό την προϋπόθεσιν ότι θα είναι δυνατή η λήψις του οπτικού και ακουστικού σήματος.

ΑΡΘΡΟΝ-4. ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΩΝ ΧΩΡΩΝ

1. ‘Εκαστον έργον υποδομής των Οργανισμών Κοινής Ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ κλπ.) επιβάλλεται να είναι υπόγειον.
      Η τοποθέτησις των μετρητών ηλεκτρικού ρεύματος κλπ. ως και παντός ετέρου στοιχείου των παροχών των Οργανισμών Κοινής Ωφελείας επιβάλλεται να γίνεται εις μη προβαλλομένην θέσιν των κοινοχρήστων χώρων.
      Οι Οργανισμοί Κοινής Ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ κλπ.) υποχρεούνται ν’ αναλαμβάνουν ιδίαις δαπάναις την εγκατάστασιν ή την αναμόρφωσιν και βελτίωσιν των εγκαταστάσεών των εις την περιοχήν ώστε να διατηρήται η μορφή του συνόλου. Επίσης υποχρεούνται ν’ αναλαμβάνουν την αποκατάστασιν της αρχικής μορφής οδών και κοινοχρήστων χώρων εις τους οποίους επενέβησαν δια την εγκατάστασιν των δικτύων των.
      2. Εκάστη εργασία αφορώσα εις την διαμόρφωσιν, τροποποίησιν ή ανάπλασιν κοινοχρήστων χώρων (οδών, πλατειών, κρηπιδωμάτων κλπ.) εκτελείται κατά τρόπον προσαρμοζόμενον εις τα παραδοσιακά πρότυπα και κατόπιν εγκρίσεως της ΕΕΑΕ.
      3.  Δεν επιτρέπεται η καταστροφή ή η αλλαγή οποιουδήποτε στοιχείου των κοινοχρήστων χώρων ως πλακοστρώσεων, οδών και πλατειών, φρεάτων, κρηνών, αναβαθμών, δένδρων και τοξωτών ανοιγμάτων.
      Εις περίπτωσιν κατά την οποίαν συντρέχουν σοβαροί λόγοι δια την κατεδάφισιν ή αντικατάστασιν ή αναμόρφωσιν τινός εκ των άνω στοιχείων των κοινοχρήστων χώρων απαιτείται έγκρισις της ΕΕΑΕ.
      4. Η επικάλυψις των οδών και πλατειών επιβάλλεται να γίνεται κατά τους παραδοσιακούς τρόπους κατασκευής ή με σύγχρονα υλικά κατόπιν εγκρίσεως της ΕΕΑΕ.
       5. Δεν επιτρέπονται χώροι σταθμεύσεως των παντός τύπου οχημάτων εντός του παραδοσιακού πυρήνος των οικισμών και εις ουδεμίαν περίπτωσιν επί των πλατειών και των αξιολόγων κοινοχρήστων χώρων αυτών.
       6. Προ της χαράξεως επαρχιακής, κοινοτικής ή δημοτικής οδού απαιτείται έγκριση της μελέτης υπό της ΕΕΑΕ ήτις δέον να κοινοποιήται εις τους αρμοδίους φορείς εγκαίρως (Δ/νσιν Παραδοσιακών Οικισμών της Γενικής Δ/νσεως Οικισμού, ΕΟΤ, ΥΠ.Π.Ε. κλπ.) προς ενημέρωσιν.

ΑΡΘΡΟΝ-5. ΕΠΙΤΡΕΠΟΜΕΝΑΙ ΧΡΗΣΕΙΣ

Εντός των ορίων των οικισμών του Αρθ-1 του παρόντος επιτρέπεται η ανέγερσις κτιρίων κοινής ωφελείας και κοινωνικού εξοπλισμού, απαγορεύεται όμως η κατασκευή οιουδήποτε κτιρίου, έστω και κοινωφελούς η χρήσις του οποίου θα ωχλούσε απαραδέκτως την περιοχήν, κατά την κρίσιν της ΕΕΑΕ. Επίσης απαγορεύεται η χρησιμοποίησις ακαλύπτων χώρων δι’ απορρίμματα.

ΑΡΘΡΟΝ-6. ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΕΙΣ

1. Δια την επισκευήν και αποκατάστασιν παλαιών κτιρίων, αντιπροσωπευτικών της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, χορηγείται άδεια οικοδομικών εργασιών κατόπιν εγκρίσεως της ΕΕΑΕ έστω και εάν αι αναγκαίαι να εκτελεστούν εργασίαι αντίκεινται εις τας διατάξεις του παρόντος Διατάγματος.
      Εις τας ως άνω περιπτώσεις επιτρέπεται η προσθήκη κατ’ επέκτασιν απαραιτήτων χώρων δια την εξυπηρέτησιν της λειτουργίας του κτιρίου, όπως λουτρού και κουζίνας, εφ’ όσον δεν υπάρχουν ή δεν δύνανται να δημιουργηθούν εντός του υπάρχοντος κτίσματος, καθώς και η κατασκευή φούρνου κατ’ επέκτασιν ή ανεξαρτήτως του κτιρίου κατόπιν εγκρίσεως της ΕΕΑΕ. Η ύπαρξις και η θέσις της παλαιάς οικοδομής εντός του οικοπέδου θ’ αποδεικνύεται δια φωτογραφιών, θεωρημένων υπό της Δημοτικής Αρχής.
      2. Προκειμένου περί κτισμάτων ερειπωμένων ή κατεδαφιστέων ως ετοιμορρόπων ή επικινδύνων, αντιπροσωπευτικών της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, επιτρέπεται η αναστήλωσίς των έστω και εάν αι απαιτούμεναι να εκτελεσθούν εργασίαι αντίκεινται εις τας διατάξεις του παρόντος Διατάγματος, κατόπιν όμως τεκμηριωμένης ερεύνης, εκ της οποίας θα προκύπτη η ακριβής μορφή του κτίσματος και κατόπιν εγκρίσεως κατά περίπτωσιν της ΕΕΑΕ ή του ΥΠΠΕ.

ΑΡΘΡΟΝ-7. ΕΙΔΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

1. Δια την κατεδάφισιν παλαιών κτισμάτων ή την αφαίρεσιν λειτουργικών ή διακοσμητικών στοιχείων εξ αυτών ως και δια την καθαίρεσιν εξοπλισμού ιδιωτικών και δημοσίων χώρων (μάνδραι, λιθόστρωτα, κρήναι, φρέατα, κοπή αξιολόγων δένδρων κλπ.) απαιτείται άδεια. Η σχετική άδεια κατεδαφίσεως ή καθαιρέσεως παρέχεται μόνον κατόπιν εγκρίσεως της ΕΕΑΕ ή κατά περίπτωσιν του ΥΠΠΕ.
      2. Δια την διαμόρφωσιν ακαλύπτων χώρων των οικοπέδων επιτρέπονται μόνον αι απολύτως αναγκαίαι εκσκαφαί.
      Εις περίπτωσιν κεκλιμένου εδάφους επιτρέπεται η διαμόρφωσις του οικοπέδου δι’ αναλημματικών τοίχων ή πρανών μεγίστου ύψους ενός και ημίσεος (1,50) μέτρου, από του φυσικού εδάφους.
      Παρέκκλισις του ανωτέρου μεγίστου ύψους επιτρέπεται κατόπιν εγκρίσεως της ΕΕΑΕ ή – κατά περίπτωσιν – του ΥΠΠΕ και μόνον εις περιπτώσεις όπου τούτο επιβάλλεται απολύτως δια λόγους τεχνικούς ή αισθητικούς, και υπό την προυπόθεσιν ότι η κατασκευή αύτη δύναται να ενταχθή αισθητικώς εις το περιβάλλον.
      3. Εις περίπτωσιν κατασκευής τοίχων αντιστηρίξεως, ούτοι διαμορφούνται από απόψεως υλικού και τρόπου κατασκευής, συμφώνως προς τα παραδοσιακά πρότυπα και τας υποδείξεις της ΕΕΑΕ ή – κατά περίπτωσιν – του ΥΠΠΕ.
      4. Δεν έχει εφαρμογήν το Αρθ-102 του ΓΟΚ/73 δια τους οικισμούς του παρόντος Δ/τος.

ΑΡΘΡΟΝ-8. ΓΕΝΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

                  ΓΕΝΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
      1. Δια την χορήγησιν οιασδήποτε αδείας δι’ ανέγερσιν νέου κτιρίου ή προσθήκης ή επισκευής κλπ. ως και κατεδαφίσεως ή καθαιρέσεως στοιχείων εξ υπαρχουσών οικοδομών, απαιτείται, πέραν των απαιτουμένων υπό των κειμένων σχετικών διατάξεων στοιχείων και η υποβολή δύο τουλάχιστον φωτογραφιών δια των οποίων θα αποδεικνύεται η θέσις του οικοπέδου μετά του τυχόν υπάρχοντος κτίσματος και αι όμοροι ιδιοκτησίαι μετά των εντός αυτών κτισμάτων. Αύται δέον να θεωρούνται υπό της Δημοτικής Αρχής.
      2. Προ της εκδόσεως αδείας, ανεγέρσεως νέας οικοδομής, επισκευής, αποκαταστάσεως, προσθήκης ή κατασκευής έργων, κατεδαφίσεως ή καθαιρέσεως στοιχείων οικοδομών απαιτείται έγκρισις της ΕΕΑΕ.
      3. ‘Αδειαι εκδοθείσαι μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος και μη εφαρμοσθείσαι εν όλω ή εν μέρει, αναθεωρούνται εν όλω ή δια τας υπολοίπους εργασίας, εφαρμοζομένων των διατάξεων του Αρθ-3 του παρόντος και κατά τας υποδείξεις της ΕΕΑΕ.

ΑΡΘΡΟΝ-9

1. ‘Οροι και Περιορισμοί δομήσεως των γηπέδων των κειμένων εκτός των ορίων των εν τω Αρθ-1 του παρόντος οικισμών και εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου Καλυμνίων ορίζονται, οι προβλεπόμενοι δια του ΠΔ/6-10-78 “περί καθορισμού όρων και περιορισμών δομήσεως των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών” (ΦΕΚ-538/Δ/78).
      2. Δια την αυτήν ως άνω περιοχήν της παρ.1 του παρόντος άρθρου ισχύουν και οι διατάξεις του Αρθ-3 πλην των παρ.7 και 13 αυτού, και του Αρθ-7 πλην της παρ.4 αυτού.
    Εις τον Υπουργόν ΧΟΠ αναθέτομεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος Διατάγματος.
                               Εν Αθήναις τη 29 Αυγούστου 1980

Loading